
1. Κείμενο: Ανθή Λιάκου
Επιμέλεια ανάρτησης: Κλαίρη Μπαράκου
«Αχ εμείς τότε στη Σμύρνη ….» Κάπως έτσι ξεκίναγε τις ετοιμασίες των χριστουγεννιάτικων εδεσμάτων η γιαγιά Φώτω.
« Πηγαίναμε γιαβρίμ στην αγορά και γιομίζαμε τα πανέρια με αρώματα Χριστουγέννων. Τι κανέλες, τι γαρύφαλλα ….και εκείνο μαθές το κίμινο!!! που να βρεις εδώ τέτοια αρώματα!!… και το βούτυρο που μου ‘φερνε ο Αλί!» και τα «αχ» και τα «βαχ» παίρναν και έδιναν.
Κι εγώ, παιδίσκη ακόμα, χωμένη στην άχνη και στα μύγδαλα συλλογιζόμουν και περπάταγα μαζί της στα σοκάκια της Σμύρνης σε εκείνα τα σοκάκια της ψυχής που μόνο η γιαγιά Φώτω ήξερε να με περιδιαβαίνει….

2. Κείμενο: Καίτη Μεταλληνού
Θυμάμαι κάποια Χριστούγεννα. Τρεις μέρες λυσσομανούσε ο αέρας εκείνη τη χρονιά στο χωριό. Χιόνι, αέρας και ο κατάλευκος Όλυμπος καμάρωνε τα κάτασπρα χωριουδάκια που κείτονταν στα πόδια του.
Στο ξέφωτο του χωριού είχαν έρθει εδώ καμιά δεκαριά μέρες και στήσανε τα τσαντίρια τους οι γύφτοι… έτσι συνήθιζαν να ‘ρχονται στα χωριά για ζητιανιά και να πουλήσουν κανένα καλάθι.. Το χιόνι είχε καλύψει μέχρι τη μέση τα τσαντίρια και τα γυφτάκια ξυπόλητα και ξετσιμπλιασμένα έκλαιγαν πεινασμένα μέσα στο καπνισμένο τσαντήρι.
Παραμονή Χριστουγέννων και με το πρώτο κάλεσμα της καμπάνας εμείς οι πανωχωρίτες τάμα το ‘ χαμε να πάμε πρώτοι στο ναό. Όμως αυτή τη χρονιά μας πήραν την πρωτιά. Είχε φροντίσει ο παπά Γιώργης και είχε μαζέψει αυτούς τους παγωμένους ανθρώπους στην εκκλησία να ζεσταθούν και να προσευχηθούν μαζί μας.
Μερικοί μπαίνοντας στο ναό γκριμάτσες θυμού ζωγραφίζονταν στα πρόσωπά τους μα ως εκ θαύματος γλύκαινε γρήγορα το είναι τους και όλοι μαζί «Γέννησαν το Χριστό στις καρδιές και στις ψυχές τους»
Και προτού ο παπά – Γιώργης να ξεστομίσει το λογισμό του “που θα πάνε οι έρμοι μετά το τέλος της λειτουργίας” φωνές ακούστηκαν από παντού,

«Εγώ θα πάρω τη μάστορσα την Αγγέλω» είπε η γιαγιά , «Εγώ τον τάκαρο» είπε ο μπάρμπα Μήτσος, εγώ τον έναν, εγώ τον άλλον γιόμιζαν τα μάτια του παπά με δάκρυα και υψώνοντας τα χέρια είπε: «Να γιατί κόβουμε κομμάτι από το Χριστόψωμο για τον Χριστό¨, να γιατί βάζουμε ένα πιάτο παραπάνω στο τραπέζι και το ονομάζουμε του φτωχού, να, για κάτι τέτοιες μέρες που γίνονται θαύματα, που ο Χριστός σήμερα γεννήθηκε εκεί στα χιονισμένα τσαντήρια στις ανοικτές πόρτες των σπιτιών μας στις ανοιχτές αγκαλιές μας»
Τρεις μέρες έμεινε η μάστορσα η Αγγέλω με τα έξι ορφανά στο σπίτι μας , τρεις μέρες έμελλε να θεμελιώσει μία Ακράγαντη φθλιά με τη γιαγιά Ανθίτσα Καλή γέννηση Χριστού στις ανοιχτές πόρτες των ψυχών μας
