Μπορούν οι φωτογραφίες του σήμερα να ζωντανέψουν τις μνήμες του χθες;

 
Κείμενο : Αναστασία Τσαλκιτζή

Επιμέλεια ανάρτησης: Κλαίρη Μπαράκου

 

 Ακόμη ένα σεργιάνι στην πόλη της Χαλκίδας με προορισμό την  αίθουσα Αριστοτέλης . μα αυτό το σεργιάνι συντροφεύεται με ερωτήματα που γεμίζουν το μυαλό. Γεμάτη περιέργεια λοιπόν αδημονώντας προχωρώ συντροφιά με τη φέτα φεγγαριού που στολίζει το σκοτεινό ουρανό.  Πώς κατόρθωσαν με τις φωτογραφίες να αποτυπώσουν μνήμες; Ποιες μνήμες είναι αυτές που θα προβάλουν 100 χρόνια μετά τον αφανισμό της Μικράς Ασίας; Πως, γιατί, ποιοι, τι …. λέξεις που κρατούν το μυαλό σε εγρήγορση.

 Φωταγωγημένη στολισμένη με φωτογραφίες σπουδαστών του Εργαστηρίου Τέχνης Χαλκίδας κι η ψιθυριστή σχεδόν μουσική σκοπών Μικρασιατικών ολοκληρώνει τη διήγηση των εικόνων.

 Κι η περιήγηση ξεκινά με τις εικόνες που δείχνουν πρόχειρα να έχουν τοποθετηθεί γύρω από την αφίσα της έκθεσης. Λυγίζουν, κινούνται στην ανεπαίσθητη μετακίνηση του αέρα γιατί εγώ κινούμαι. Κι αυτή τους η κίνηση ζωντανεύει τις αποτυπωμένες μνήμες. 

Συνεχίζεις και τα εγκαταλελειμμένα κτίρια, τα σφαλιστά παντζούρια, οι κλειδαμπαρωμένες πόρτες μαζί με ξεχασμένα κιτρινισμένα γράμματα κι εικόνες ανθρώπων που χάθηκαν πρωταγωνιστές της ιστορίας που χάνεται, σβήνει;

 Προχωράς απολαμβάνοντας  την αποτύπωση των κτιρίων που παραδόθηκαν δίχως όρους στο πέρασμα του χρόνου χάνοντας τη λαμπρότητα της ομορφιάς τους. Κι αν η φύση που τ΄ αγκάλιασε τότε- και συνεχίζει να τ’ αγκαλιάζει και τώρα- μπορούσε να φανερώσει τα κρυμμένα μυστικά θα ξεχείλιζε ο χώρος με την ένταση των συναισθημάτων.

 Τα συναισθήματα τόσο έντονα, όταν η θολή εικόνα εκείνης  αποφασίζει να υποδεχτεί τον επισκέπτη στο σπίτι. Τον ξεναγεί στο σπίτι της ξετυλίγοντας την καθημερινότητα της ζωής της. 

 Μα αυτά τα σοκάκια, τα χρώματα μου είναι τόσο οικεία. Μπλέκουν το τότε με το τώρα αποδίδοντας με την αντίθεσή τους τις αλλαγές στην πόλη, στην καθημερινότητα των κατοίκων.

 Ξεθωριάζουν οι αναμνήσεις; Θολώνουν οι μνήμες; Χάνεται η ιστορίας μας; Σβήνει η πολιτιστική μας ταυτότητα; Ερωτήματα που βασανίζουν το μυαλό σαν στέκεσαι μπροστά στις θολές φωτογραφίες. Μα το παράξενα όμορφο μοναδικό  κολλάζ  ξετυλίγει την ιστορία της πόλης.  Τα ακροκέραμα, το σκουριασμένο πόμολο, η ξεχασμένη καρέκλα, το χρώμα που ράγισε στο πέρασμα του χρόνου, ο τοίχος γερασμένος – ξεγυμνωμένος, το σπασμένο τζαμιλίκι της πόρτας δηλώνουν την εγκατάλειψη της πόλης. 

 Μα όλα σβήνουν στη ζωντάνια της νύχτας , στην κίνηση των σκιών, στην παρέα που απολαμβάνει τη συζήτηση καθισμένη αναπαυτικά καταμεσής του δρόμου. Κι όλα χάθηκαν στο πέρασμα τόσο νυχτών, έσβησαν οι άνθρωποι έγιναν σκιές, χάθηκαν μαζί και τ’ αρώματα εκείνης της εποχής.

 Κι εγώ αποχωρώ με τις ομάδες των φωτογραφιών αποτυπωμένες στο κινητό. Έγχρωμες, ασπρόμαυρες, θολές, ευκρινείς  μίλησαν στην καρδιά στην ψυχή ζωντανεύοντας μνήμες εκατό χρόνων. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *