Προσφυγικός συνοικισμός Νεάπολη Χαλκίδας

(Η φωτογραφία ανήκει στο αρχείο της ΔΕΥΑΧ, δημοσιεύτηκε στις Φωτογραφίες της Παλιάς Χαλκίδας και στο evia365).
 
 
Κείμενο: Αμαλία Καλαθέρη
Χαλκίδα, Μάιος 2022

Επιμέλεια ανάρτησης: Κλαίρη Μπαράκου

  Μια πολύ παλιά φωτογραφία του προσφυγικού συνοικισμού της Νεάπολης από τη δεκαετία του ΄50. Είναι η γειτονιά μου. Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα. Εκεί πέρασα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. 

 Στη φωτογραφία η Κωνσταντινουπόλεως είναι ακόμα χωματόδρομος, όπως ήταν όλοι οι δρόμοι στα προσφυγικά. Κάθε καλοκαίρι περνούσε η υδροφόρα του Δήμου και κατάβρεχε τους δρόμους, για να κάτσει το χώμα και να μην μας πνίγει η σκόνη. Τρέχαμε ξυπόλητα πίσω από την υδροφόρα, να μας βρέξει τα πόδια. Και σηκώνονταν η αψιά μυρωδιά του βρεγμένου χώματος μαζί με εκείνους τους ανεπαίσθητους ήχους από τις χιλιάδες φυσαλίδες που δημιουργούσε το νερό πάνω στη διψασμένη γη. Σαν ασφαλτοστρώθηκαν οι δρόμοι του Συνοικισμού δυο πράγματα μου έλειψαν πολύ. Η μυρωδιά του χώματος όταν έβρεχε και οι πέτρες. Τα πυρομαχικά στους καυγάδες μας, κυρίως με τα παιδιά από τις άλλες γειτονιές. Στο βάθος της φωτογραφίας είναι το πατρικό μου σπίτι. Το σπίτι στέκει ακόμα εκεί, παρά τα χτυπήματα του χρόνου. Κάποιος το συντηρεί και του αφιερώνει χρόνο, χρήμα και προσωπική εργασία, δηλαδή αγάπη.

 Κάθε Τρίτη και Πέμπτη νωρίς το απόγευμα περνώ από τη γειτονιά μου. Κάθε φορά να με πνίγουν οι αναμνήσεις, να βουρκώνουν τα μάτια. Θα σταθώ έξω από το μπακάλικο του Καρκαλή. Σφαλώ τα μάτια κι ακόμα βλέπω τα βαρέλια με το κρασί στο βάθος. Έχω ακόμα τη μυρωδιά από τα παστά που ήταν παρατεταγμένα σε μικρά ξύλινα κιβώτια μπροστά στο ψυγείο με τα λίγα και καλά πράγματα της εποχής και εκείνη την ανάμεικτη μυρωδιά μπαχαρικών, που είχαν όλα τα μπακάλικα. Τελικά η αίσθηση της όσφρησης είναι η πιο δυνατή, κι άμεσα συνδεδεμένη με τη μνήμη, με κατακλύζουν οι αναμνήσεις. Μ έστελνε η μάνα μου μ ένα αδειανό, γυάλινο μπουκάλι, να αγοράσω πότε ξύδι και πότε οινόπνευμα. Δεν υπήρχαν τότε τα πλαστικά μπουκάλια μιας χρήσης, που ήρθαν αργότερα και πνιγήκαμε στο σκουπίδι. 

 Όπως κατεβαίνω της Κωνσταντινουπόλεως και φτάνω στη μικρή τριγωνική πλατεία δεν κοιτώ ποτέ προς τα δεξιά. Ορθώνονται τεράστια “τείχη” πολυκατοικιών, που νομίζω ότι θα πέσουν να με πλακώσουν. Θυμάμαι τους ανθρώπους κι όλα εκείνα τα μικρά σπίτια, που έστεκαν ταπεινά το ένα δίπλα στο άλλο, την κυρά Ρήνα, που κάθονταν στο παράθυρό  το χειμώνα και το καλοκαίρι έβγαζε την καρέκλα της στην πόρτα του σπιτιού της.  Ο άντρας της κυρά Ρήνας ήταν ο πρώτος νεκρός που είδα στη ζωή μου. Ήταν μεγάλος, ή έτσι μου φαινόταν, δεν θυμάμαι την ηλικία που «έφυγε». Θυμάμαι όμως ότι ο θάνατος ήταν ένα μέρος της καθημερινότητας, τους νεκρούς τους βλέπαμε. Οι άνθρωποι πέθαιναν στα σπίτια τους κι όχι στα αποστειρωμένα και απρόσωπα δωμάτια των νοσοκομείων. Ακόμα θυμάμαι την εικόνα του Παπά που ήρθε να τον κοινωνήσει και τις γυναίκες που έλεγαν: «Αυτό ήταν, ήρθε η ώρα του».

 Ένα μικρό ξέφωτο έχει μείνει δίπλα στην πολυκατοικία που κάποτε ήταν το σπίτι του Λεοντή. Ένα πέτρινο παλιό χτίσμα που παλιά ήταν φούρνος, εγώ δεν τον πρόλαβα. Υπάρχει μπροστά του μια μικρή αλάνα. Εκεί έπαιζα ώρες ατελείωτες με τα χώματα και έφτιαχνα δικούς μου κόσμους, κόσμους φανταστικούς.

 Το μόνο κομμάτι του Συνοικισμού που έχει μείνει αλώβητο, είναι το οικοδομικό τετράγωνο που είναι το πατρικό μου. Κάποτε από το παράθυρο του σπιτιού μου έβλεπα όλα τα βουνά πάνω από τον Άγιο Στέφανο, τη Δίρφυ, το Ξεροβούνι, μάρτυρας η φωτογραφία. Από την αυλή του 5ου Δημοτικού βλέπαμε τη θάλασσα και το Καντήλι. Η αυλή του σχολείου με τους ευκαλύπτους και το κυπαρίσσι στη γωνία ήταν ανοιχτή, χωρίς σιδεριές και μάντρες, για να παίζουν τα παιδιά, όταν το σχολείο ήταν κλειστό κι ας είχε ο Συνοικισμός πολλές μα πάρα πολλές αλάνες. Κάθε απόγευμα διαλέγαμε κι άλλο τόπο παιχνιδιού. Πόσο δύσκολο είναι για τα σημερινά παιδιά, να παίζουν σε πιλοτές, ανάμεσα στα αυτοκίνητα και να τα κυνηγούν οι μεγάλοι, να μην τους γδάρουν τ αυτοκίνητα. 

 Από τα κάρα που περνούσαν, εμείς δεν κινδυνεύαμε.  Με τα κάρα περνούσε ο γαλατάς κι ο μανάβης. Πιο εξελιγμένοι με μικρά τρίκυκλα ο ψαράς κι ο απογευματινός γαλατάς που πουλούσε και γιαούρτια. Για να μην πω για τον πάγο, που ο άνθρωπος που τον κουβαλούσε είχε ένα μικρό αυτοσχέδιο ξύλινο καροτσάκι , τον κρατούσε μ ένα σιδερένιο γάντζο και είχε καλυμμένο το χέρι του μ ένα κομμάτι από μαύρο λάστιχο αυτοκινήτου. Ζούσαμε την εποχή της απόλυτης ανακύκλωσης. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Το απορριμματοφόρο του Δήμου περνούσε δυο φορές την εβδομάδα κι ο γαλβανισμένος σκουπιδοτενεκές μας δεν αγκομαχούσε.

 Τίποτα δεν μας έλειπε. Κι ας μην είχε το μπακάλικο της γειτονιάς πενήντα διαφορετικά τυριά και σαλάμια. Κι ας μην ξέραμε τι είναι το αβοκάντο και το τιραμισού. Από γλυκό ποτέ δεν ξεμέναμε. Κι αν δεν υπήρχε στο σπίτι γλυκό του κουταλιού, θα περνούσε τ απομεσήμερα του καλοκαιριού ο παγωτατζής και το χειμώνα εκείνος ο πεντακάθαρος παππούς με τη λευκή μπλούζα, το νταμπλά και το τρίποδο που πουλούσε πολίτικο χαλβά, τον έκοβε μ ένα σφυράκι και μας τον έδινε σ ένα κομμάτι από λαδόκολλα.

 Δεν είναι μόνο η γειτονιά που άλλαξε και πνίγηκε στο μπετό και εχάθη. Μου λείπουν οι άνθρωποί της. Περνώ μπροστά από τα σπίτια και νομίζω ότι ακόμα θα δω τους ανθρώπους που τα κρατούσαν ζωντανά. Τα καλοκαίρια ήταν γεμάτα τα πεζοδρόμια με κόσμο που  κάθονταν στις πόρτες των σπιτιών τους. Την κυρία Μαίρη να κάθεται κάτω από το πλατανάκι στο πεζοδρόμιό της, τη Χρυσώ, την κυρά Μαριάνθη τη Σμυρνιά στο μικρό της μπαλκονάκι, την κυρά Ρήνα στο παράθυρο του σπιτιού της. Τη δεκαετία του ΄60 ζούσαν ακόμα οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, που ήρθαν από την Ανατολή. Νωπές ακόμη οι μνήμες και οι πρωταγωνιστές της ιστορίας ζωντανοί. Κάποιοι έφυγαν νωρίς και άλλοι την ώρα που έπρεπε. 

 Τι ήταν αυτό που έκανε το Συνοικισμό της Νεάπολης διαφορετικό; Στους χωμάτινους δρόμους που μεγάλωσα ήταν το μέτρο ανθρώπινο.  Τα σπίτια χαμηλά με κεραμοσκεπές, βαμμένα, φροντισμένα, μ ένα μικρό κηπάκι γεμάτο λουλούδια, που την αυλόπορτά του στόλιζε ένα γιασεμί. Τα παράθυρα κι οι πόρτες πάντα ανοιχτές. Πάντα μου άρεσαν τ ανοιχτά παράθυρα. Ένα παράθυρο ανοιχτό άφηνε τις ομιλίες των ανθρώπων, τη μουσική του ραδιοφώνου και τις μυρωδιές των φαγητών που μαγειρεύονταν στις γκαζιέρες να γλιστρούν στο δρόμο. Τα παράθυρα ήταν ένα άνοιγμα στον κόσμο. Ζωτικός χώρος των γυναικών και των γερόντων, για να ταξιδεύει η ματιά τους.

 Είδα την πόλη μου να μεγαλώνει, ν αλλάζει και να χάνεται. Είναι μια άλλη πόλη. Λένε ότι πατρίδα μας είναι η παιδική μας ηλικία.  Είναι οι δρόμοι που παίξαμε, που ματώσαμε, που ερωτευτήκαμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *