
Kείμενο: Αναστασία Τσαλκιτζή
Επιμέλεια ανάρτησης: Κλαίρη Μπαράκου
Παρέα με τον τετράχρονο σύντροφο των μακρινών μου περιπάτων αποχαιρετώ την ζεστή αποπνικτική ατμόσφαιρα της πόλης. Καταπίνει τη χιλιομετρική απόσταση αργά μα σταθερά κι εγώ απολαμβάνω τον περιβάλλοντα χώρο στο λιόγερμα καλοκαιριού.
Πόσες αντιθέσεις στη σύντομη μου μετακίνηση. Το ασημοπράσινο φύλλωμα των λιόδεντρων, το κίτρινο χρώμα του ώριμου σταχιού στο χορτάρι που αργοσβήνει στην ξηρασία της εποχής, οι καταπράσινοι κήποι και … πριν ακόμα προλάβω να γευτώ τις μυρωδιές της εξοχής έφθασα στον προορισμό μου, μα μην ξέροντας το δρόμο αναζητώ το gps του κινητού μου κι εκείνο υπακούοντας στις πληκτρολογημένες μου εντολές υποδεικνύει το δρόμο για τους δύο πύργους.
Δρόμος ανηφορικός ελικοειδής στο πέτρινο λόφο της περιοχής. Έφθασα στο προκαθορισμένο ραντεβού με την ομάδα του Αλωνακίου HD. Παρκάρω στη σκιά των ψηλόλιγνων δέντρων απολαμβάνοντας τη δροσιά του αγεριού που κάνει τόσο αισθητή την παρουσία του και εκμεταλλευόμενη το χρόνο ανηφορίζω προς τους πύργους. 
Αλλαγές από την προηγούμενή μου επίσκεψη, τότε που τα επονομαζόμενα κύματα κακοκαιρίας «Τηλέμαχος και Σοφία» χτυπούσαν ανελέητα την περιοχή κι εμείς ξαγρυπνούσαμε απολαμβάνοντας τον υπέροχο χορό των χιονένιων νυμφών, αρκετές. Η περιοχή δίχως τη σιδερένια ιταλική πεζογέφυρα , δίχως τη δίδυμη πέτρινη αδερφή της (με διαφορά αρκετών χρόνων) που επέτρεπε την επικοινωνία μεταξύ των όχθεων του Λήλαντα ποταμού, τον λόφο να χάνει καθημερινά τον όγκο του από τις συνεχείς λήψεις της πέτρινης υπόστασής του, τις όχθες του Λήλαντα να στολίζονται με τα «κλεμμένα» πετράδια του λόφου και τη φύση να στέκει νεκρή λες και θρηνεί για τα όσα συμβαίνουν στο Ληλάντιο πεδίο.
Ανηφορίζω λοιπόν θέλοντας να αγγίξω τα απομεινάρια μιας άλλης εποχής, θέλοντας να απολαύσω τη μοναδικότητα της θέας από το ψηλότερο σημείο του λόφου δίπλα στο κουφάρι του τετράγωνου πέτρινου πύργου που αργοσβήνει στην αυγή της κάθε μέρας και οι σκέψεις σβήνουν καθώς ο κάμπος της περιοχής ξεδιπλώνει την ομορφιά του.
Ελαιόδεντρα, το κάστρο – το σπίτι του ιππότη Λικάριου, αφημένο στη λήθη του χρόνου, τα σπίτια, ήχοι διερχόμενων αυτοκινήτων, θάλασσα κι η ομορφιά της φύσης απέραντη κι η θλίψη μου απέραντη με εκείνο το Γιατί να ξεφυτρώνει για άλλη μία φορά στο μυαλό. Μα οι σκέψεις μένουν μετέωρες στο άκουσμα των τροχοφόρων που ανηφορίζουν κι εγώ διατάσσοντας το κορμί να κινηθεί επιταχύνω το βηματισμό θέλοντας να ανταμώσω τους υπόλοιπους της παρέας.
Ο Άρης, η Τζοάνα, ο Παναγιώτης μεταφέρουν πολυθρόνες μαξιλάρια, κορνίζες μπαούλα μικρά ξύλινα κι εγώ ακολουθώ προσπαθώντας να αντιληφθώ τη σκέψη του σκηνοθέτη. Οι ογκώδεις πολυθρόνες του σαλονιού δίπλα – δίπλα κι ανάμεσα τους τα δυο μπαούλα, στη σκιά του πέτρινου πύργου και οι σύντομες οδηγίες από τον Άρη σηματοδοτούν την έναρξη του βουβού γυρίσματος.
Παράξενα όμορφη η ιδέα του ζευγαριού που αναπολεί την νιότη που έφυγε – έσβησε στη ροή του αέναου χρόνου, εδώ που τα σημάδια του χρόνου έχουν αφήσει το διαχρονικό τους αποτύπωμα, εδώ που το ηλιοβασίλεμα σκορπά το χρυσοκόκκινο στέμμα του, εδώ που κάποτε πολέμησαν για την απόκτηση της κυριότητας του Ληλάντιου πεδίου, εδώ που το παρόν συναντά τόσο έντονα το παρελθόν. Εδώ λοιπόν αποφάσισαν και το συναπάντημα της παραδοσιακής μουσικής με βήματα όχι παράδοσης ελληνικής αλλά ευρωπαϊκής κι εγώ αφημένη στην αγκαλιά της πολυθρόνας θαρρώ πως σε λίγο οι φλόγες ενός ανύπαρκτου τζακιού θα στήσουν ένα μοναδικό χορό.
Μα ο χορός τους ποτέ δεν ξεκίνησε στην εντολή της ομάδας πως το γύρισμα τελείωσε και πως θα πρέπει να ξεκινήσει το ταξίδι της επιστροφής. Μιας επιστροφής γεμάτη ερωτηματικά, γεμάτη εικόνων που έσβησαν στην επιθυμία του ήλιου να ξεκουραστεί, γεμάτη αποριών για το έργο «Έρωτας Αχέροντας» κι οι απορίες μου οι δικοί μου συνεπιβάτες μέχρι το κλειδί της μηχανής γυρνά αφήνοντας το μοναχικό μου τετράτροχο σύντροφο τυλιγμένο στο σκοτάδι της έναστρης νυχτιάς.
