(επάνω, φωτο Ν. Μπάνος: Παραλία Δρώτα , Λέσβος)

Κείμενο: Νίκος Μπάνος
Επιμέλεια ανάρτησης: Κλαίρη Μπαράκου
Λέσβος, Αύγουστος 2023
Πάντα κάτι με τραβούσε προς την Αιολική Γη. Ήθελα να αφουγκραστώ τα φιλιά και τα μηνύματα που στέλνει ερωτευμένο το πέλαγος στις ακτές της Λέσβου,να φτάσω στην Ερεσσό, να με ταξιδέψουν τα λόγια της Σαπφώς, του Αλκαίου, αλλά και των νεότερων, Εφταλιώτη,και Μυριβήλη.
Αυτό που δεν θα άφηνα, ήταν να βρω τη σπηλιά του τρελό φουστανέλα, του θρυλικού μας λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου. Και να τώρα φτάνοντας στην Καρήνη, ανταμώνω με τον τεράστιο γεροπλάτανο που φιλοξενούσε στην κοιλιά του τον Θεόφιλο. Παρά τη μεγαλόπρεπεια του μού συστήνεται ταπεινά και μου λέει:
“….κάθισε, έχω να σου αφηγηθώ για το φίλο μου μια ιστορία. Ήταν ένα πλάσμα λίγο αλλόκοτο, οι άνθρωποι τον περιγελούσαν, γιατί έχουν μάθει να σε κρίνουν απ’ τά ρούχα που φοράς και όχι απ’ την ψυχή που κουβαλάς.
Εμένα μου άρεσε η τρέλα του, ρωτήστε και τα άλλα δέντρα και τα πουλιά, τι τραγούδια κάναμε μαζί! Μπορεί να πεινούσε αλλά η μεγάλη του πείνα και δίψα ήταν να πιάνει το πινέλο και με τα χρώματα κατέθετε την ψυχή του ζωντανεύοντας τους ήρωες του ’21, τη φύση και τους Αγίους.
Δες στο απέναντι καφενείο τις τοιχογραφίες! Ζωγράφιζε, όπου του δίναν κάτι να φάει, σε μαγαζιά, ακόμη και στο παρεκκλήσι του Άη Γιάννη στον Κέδρο. Φαντάσου ο Σεφέρης έλεγε πως μας έδωσε μια νέα ματιά, και ο Τσαρούχης τον θαύμαζε και τον έβαζε μαζί με τους σοφούς τρελούς, όπως τον Παπαδιαμάντης και τον Χαλεπά
.
Τώρα θα μου πεις ποια μοίρα τον έριξε στο δρόμο μου και από πότε τον ξέρω; Από ό,τι θυμάμαι γεννήθηκε στη Βάρεια της Λέσβου και λεγόταν Θεόφιλος Χατζιμηχαήλ Κεφάλας. Πρωτοδούλεψε πορτιέρης στο Προξενείο της Σμύρνης και μετά δεν ξέρω ποιος αγέρας τον έριξε στο Βόλο και στο Πήλιο. Εκεί προσπαθούσε να επιβιώσει ζωγραφιζοντας σε φούρνους και σε μαγαζιά, ώσπου μια μέρα κάποιος γαϊδουράνθρωπος τον έριξε κάτω από τη σκάλα καθώς ζωγράφιζε “για να σπάσει πλάκα” και έτσι τα μάζεψε και ήρθε στη Μυτιλήνη.
Εδώ ήταν τυχερός γιατί τον περιμάζεψε στο αρχοντικό του ο Γιάννης Κοντός και εκεί στην Ανακασιά μεγαλούργησε ο φίλος μας. Σήμερα εκεί είναι το μουσείο του Θεόφιλου. Το ’29 φτάνει απ ‘ το Παρίσι ο Στρατής Ελευθεριάδης που αγοράζει τα έργα του και τα εκθέτει με επιτυχία. Το ’61 ο Ελύτης στο Παρίσι διαβάζει ότι ο Θεόφιλος εκτίθεται στο Λούβρο και αναφωνεί:
“Επί τέλους δικαιοσύνη”.
Ο Θεόφιλος δεν θα ζήσει πολύ για να δοξαστεί, γιατί θα πεθάνει από δηλητηρίαση, 24 Μάρτη του 1934, απο χαλασμένο φαγητό που του έδωσαν σαν αμοιβή για να τη ζωγραφική του δημιουργία! Αυτή είναι φαίνεται η μοίρα των ανθρώπων όταν καταθέτουν τη ψυχή τους για να ομορφύνουν λίγο τον κόσμο. Τον είχα σαν παιδί μου…..”είπε ο γερό πλάτανος και ανατρίχιασε στο σιγανό αεράκι.
Τα πουλιά σάστισαν για λίγο, διέκοψαν τους λυρικούς λαρυγγισμούς τους και επέστρεψαν στο τραγούδι τους άτονα. Απέναντι στο καφενείο οι τοιχογραφίες, δίνουν μάχη με το χρόνο και το φως…. βραδιάζει!












