
Κείμενο: Αγγελική Μούντριχα-Μάρθα Θεοδωρακοπούλου
Επιμέλεια ανάρτησης: Κλαίρη Μπαράκου
Ο κύκλος των συνεντεύξεων με τους χοροδιδάσκαλους δε θα μπορούσε να κλείσει, αν δεν καταφέρναμε να συνομιλήσουμε και με τον δικό μας Δημήτρη Λιανοστάθη. Παρόλο που, δε θα σας το κρύψουμε, ο δάσκαλός μας είναι αεικίνητος και πολυάσχολος, πάντα είναι πρόθυμος να μας λύσει κάθε απορία και να τοποθετηθεί με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο σε θέματα που αφορούν στον λαϊκό μας πολιτισμό.
Τι χρειάζεται για να κάνει κάποιος ένα σεμινάριο χορού εκτός της περιοχής του για την περιοχή του και ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληροί ο εισηγητής;
Νομίζω ότι χρειάζεται να γίνει ένα update σ’ αυτό το θέμα. Καταρχάς πρέπει να προσδιορίσουμε ποιοι είναι αυτοί που έρχονται στα σεμινάρια ελληνικών χορών και να δούμε για ποιο λόγο έρχονται. Θα πρέπει δηλαδή να δούμε το κοινό μας, γιατί αλλιώς δεν μπορούμε νομίζω να προσδιορίσουμε τα πράγματα. Και να δούμε αν το κοινό φέρνει τον δάσκαλο ή ο δάσκαλος φέρνει το κοινό, έχοντας ως βάση και πρωτίστως βέβαια, το μουσικοχορευτικό – λαογραφικό κεφάλαιο της περιοχής που εισηγείται.
Σήμερα πολλοί εξ΄ ημών λειτουργούμε “εξ αντανακλάσεως”. Ακούγοντας κάποιος για τη μουσικοχορευτική παράδοση της Φλώρινας, το μυαλό του πάει κατευθείαν στον Γιάννη Κωνσταντίνου. Σίγουρα υπάρχουν πολλοί ακόμα δάσκαλοι, αλλά έχει το brand name, το οποίο λειτουργεί πολύ δυναμικά στις μη εντόπιες χορευτικές κοινότητες, οι οποίες μη εντόπιες χορευτικές κοινότητες διαμορφώνουν χορευτική συνείδηση και κοινό. Πέραν αυτού ο ίδιος έχει δημιουργήσει παράδοση… Ασχέτως κάποιες φορές της τοπικής χορευτικής κοινότητας. Είναι λεπτά θέματα αυτά και πρέπει κάποια στιγμή να τα δούμε.

Στα σεμινάρια οι εισηγητές θεωρώ ότι θα πρέπει εκτός της εντοπιότητάς τους και της χορευτικής τους ικανότητας-γνώσης- απόδοσης των χορών της περιοχής τους, να έχουν εντρυφήσει και στην εις βάθος λαογραφική της έρευνα. Το γεγονός ότι κάποιος έχει στην κατοχή του ένα σεγκούνι δεν τον καθιστά λαογράφο, όπως και κάποιος που έχει στην κατοχή του ένα αγγείο δεν είναι αρχαιολόγος, λέει ο καθηγητής λαογραφιας Βασίλης Νιτσιάκος και συμφωνώ βεβαια. Το παραπάνω ισχύει και για τον χορολόγο, μουσικολόγο, παιδαγωγό, πολιτιστικό διαχειριστή κ.ο.κ.
Άρα χρειάζεται κατά τη γνώμη μου οι εισηγητές να έχουν πολύπλευρη επιστημονική γνώση και έρευνα πεδίου την οποία θα τη μεταφέρουν στους εισηγούμενους κάθε φορά, πέραν από το μεράκι και την αγάπη τους. Και αυτό να λαμβάνεται υπόψη και από τους διοργανωτές των σεμιναρίων. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι εισηγητές ως απόδειξη των λεγομένων τους χρησιμοποιούν τηλεοπτικές εκπομπές και όχι την έρευνα τους. Η οποία έρευνα αν είναι και κατατεθειμένη, άρα προσβάσιμη, κατά την γνώμη μου αποκτά πολύ μεγαλύτερη αξία.
Θεωρείτε ότι η σύζευξη του παραδοσιακού τραγουδιού με τις διασκευές τους, θα αλλοιώσει ό,τι θεωρούμε παραδοσιακό;
Καταρχήν στο θέμα των σεμιναρίων που συζητάμε. Αν αυτό συμβαίνει στα σεμινάρια, δηλαδή αν κάποιος εισηγητής χρησιμοποιεί «διαφορετικές μουσικές», «σύγχρονες μουσικές» των τραγουδιών του τόπου του, θα πρέπει να γίνεται αναφορά στον τόπο και στον χρόνο: «Τι είναι αυτό που εισηγούμαι; Γιατί το επιλέγω; Αποτελεί «ταυτότητα» της περιοχής; Σε ποιον τόπο και σε ποιον χρόνο γίνεται αυτό;», «Με τους ντόπιους;» «Με τους επισκέπτες;»
Πρέπει να είμαστε ακριβείς και συγκεκριμένοι σε αυτό το θεμα. Τώρα αν φύγουμε από το κομμάτι των σεμιναρίων και πάμε σ’ αυτό που πολλές φορές λέμε «βιωμένη κουλτούρα», θεωρώ ότι οι διασκευές δεν κάνουν κακό στην «παράδοση» το αντίθετο. Εμένα μ’ αρέσουν. Εννοείται ότι κάποιες διασκευές είναι πολύ καλές, άλλες είναι μέτριες κι άλλες κακές. Αλλά αυτό σχετίζεται με τον καλλιτέχνη που τις κάνει. Πολλές από τις διασκευές είναι αλήθεια χάνουν το χρώμα της εντοπιότητας, της τοπικότητας. Γίνονται πιο «υπερτοπικές» μουσικές. Βέβαια από την άλλη γίνονται και πιο «εύληπτες», γι’ αυτό και πριν είπαμε στις μη εντόπιες χορευτικές κοινότητες, αυτόν τον ρόλο παίζει κατά την γνώμη μου. Αλλά αν ανατρέξει κανείς στο παρελθόν θα δει ότι πάντα γινόταν.
Πόσα παραδοσιακά τραγούδια τα έμαθαν και τα μαθαίνουν οι νέοι σήμερα μέσα από τις διασκευές τους; Και είναι πολύ σπουδαίο αυτό! «Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, το νερό όμως, αντί να χυθεί στη θάλασσα καλύτερα να ποτίσει πρώτα κανένα χωραφάκι» συνηθίζω να λέω.
Γενικά, θεωρώ σε αυτό το τριφυές δρώμενο, που έχουμε παραλάβει και το οποίο ισχύει και σήμερα, το «λόγος, μέλος, χορος» θα πρέπει να προσθέσουμε δίπλα του σήμερα ένα άλλο ας πούμε «τριφυές» που έχει σχέση με τη γνώση που γεννάει άποψη και τα δυο αυτά μαζί γεννούν αισθητική (υποκειμενική μεν, εκπαιδεύσιμη δε). Αν πορευτούμε σε αυτό το δίπολο του πρότυπου, πρωτότυπου, «αρχέγονου» τριφυούς δρωμένου και αυτού που ανέφερα πριν από λίγο, νομίζω ότι είναι ένας καλός δρόμος. Δε λέω ασφαλής, αλλά ένας καλός δρόμος!
