Μπαλκόνια μιας άλλης εποχής!

 

 Κείμενο: Αναστασία Τσαλκιτζή

Επιμέλεια ανάρτησης: Κλαίρη Μπαράκου

  Πόρτες διάπλατες, ζέστη φθινοπωρινού καλοκαιριού κι εγώ μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Σηκώνομαι αποφασισμένη πως θα επισκεφθώ τη γαλαζοπράσινη αγκαλιά της. Οκ μαγιό, πετσέτα και είμαι τόσο σίγουρη πως σε λίγο θα είμαι μαζί της. Όμως η δροσιά που χαϊδεύει το γυμνό δέρμα ανατρέπει την όχι και τόσο έντονη επιθυμία μου. Εντάξει θα περιπλανηθώ στη Χαλκίδα   προσπαθώντας να ανακαλύψω …. Δεν ξέρω γιατί μα σήμερα θέλω απλώς να τριγυρνώ και να φωτογραφίζω. Θέλω εκείνα τα ξεχασμένα στη λήθη του χρόνου μοναδικά της κοσμήματα να αποτυπωθούν στο φωτογραφικό φακό.

 Η πόλη άδεια, μεθυσμένη απ’ τις ολόλαμπρες ακτίνες του ήλιου κι εγώ απολαμβάνοντας τη δροσιά του δημιουργούμενου ιδρώτα  περιπλανιέμαι , αναποφάσιστη. Κοιτώ αδιάφορα τους περαστικούς, τους κάδους που  ευωδιάζουν αρωμάτων, τα μπερδεμένα τους απορρίμματα, τις απιθωμένες βιαστικά ασφυκτικά γεμάτες σακούλες με τροφές, ξεχασμένες στα ερμάρια μας, που  έληξαν, τις γάτες που απολαμβάνουν το παιχνίδι του κρυμμένου θησαυρού, τις αποτυπωμένες σκέψεις εκείνων που βεβηλώνουν τους τοίχους των κτιρίων,  μέχρι τη στιγμή που η ματιά ζωντανεύει.

 Οι απλωμένες μπουγάδες ερεθίζουν το φωτογραφικό φακό του ματιού ζωντανεύοντας το φακό  της μηχανής. Άσπρες, χρωματιστές, μοσχομυρωδάτες, τακτοποιημένες, ακατάστατες, ρουφούν τόσο διψασμένα τις καυτές αχτίδες του ήλιου, ζωντανεύουν  στο χάδι του ανεπαίσθητου αγεριού. Η αναποφάσιστη περιπλάνηση γίνεται βόλτα στοχευμένη σε εκείνα τα δρομάκια που αρνήθηκαν την οικοδομική άνθηση θυμίζοντας την εποχή της Χαλκίδας που τα σπίτια είχαν αυλές, που τα παιδιά έπαιζαν στις γειτονιές, που ήξερες όλους τους γείτονες, που το βράδυ ξαπόσταινες καταμεσής του δρόμου παρέα με τη γειτόνισσα ανταλλάσσοντας τα νέα της ημέρας.

 Περπατώ κοιτώντας ψηλά και τα έρημα μοναχικά ξεχασμένα μπαλκόνια με το μεράκι του δημιουργού αποτυπωμένο στην ύπαρξή τους κάνουν το φωτογραφικό φακό να  μιλά συνεχώς. Είναι μικρά, μαρμάρινα, προσεκτικά τοποθετημένα στα μαρμάρινα κιονόκρανα, προστατευμένα με σιδερένια κιγκλιδώματα που δημιουργήθηκαν με μεράκι κι αγάπη από εκείνους που πύρωσαν, λύγισαν,  σφυρηλάτησα, δάμασαν το άψυχο σκληρό υλικό. Μα είναι τόσο έρημα, τόσο θλιμμένα, τόσο απελπισμένα. Σκεπασμένα στη σκόνη της λήθης του χρόνου αναστενάζουν, περιμένοντας εκείνους που θα ξαναδώσουν ζωή στην ομορφιά των κτιρίων που αργοπεθαίνουν.

 Κτίριο παλιό διώροφο πέτρινο δίχως σκεπή με μπαλκόνι σε κάθε όροφο με αποτυπωμένη τη χρονολογία δημιουργίας του στα  κιγκλιδώματα, 1852. Είναι μαρμάρινο έρημο μα αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου, αντιστέκεται στην αδιαφορία μας για την ιστορία που σβήνει.

 Μία ιστορία που σβήνει, χάνεται, δημιουργεί τόσες ερωτήσεις! Και κάπου εδώ ο δικός μου περίπατος έφτασε στο τέλος του έχοντας φανταστεί μία Χαλκίδα που δεν θα πνίγεται από τα τείχη πολυκατοικιών, μα θα είναι γεμάτη αρχοντικά με καταπράσινες αυλές που ο ήλιος θα  ακουμπά την κάθε της γωνιά, που η δροσιά της θαλάσσιας αύρας θα αναζωογονούσε  την ψυχή μας. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.