Τα κουμπιά

 
 Κείμενο : Αμαλία Καλαθέρη

Επιμ. ανάρτησης: Κλαίρη Μπαράκου

  Αδειάζοντας το σπίτι των γονιών μου έπεφτα από έκπληξη σε έκπληξη, για το πόσα πολλά πράγματα μαζεύουμε, πόσα πολλά πράγματα έχουμε ξεχάσει και κάποιες φορές ούτε που τα θυμόμαστε. Στο σπίτι που έζησε τα τριάντα τελευταία χρόνια η μητέρα μου, υπήρχαν πράγματα και από την προηγούμενη γενιά. Το σπίτι είχε στα κουζινικά και στα ρούχα δυο «στρώσεις», πράγματα από τις γιαγιάδες και πράγματα από το νοικοκυριό της μάνας μου.

 Η μάνα μου, Διονυσία Σγούτα, ήταν λάτρης των ωραίων κουμπιών. Έτσι κάπου χαντακωμένο σε μια ντουλάπα βρήκα ένα κουτί γεμάτο με κουμπιά και με διάφορα άλλα μικροπράγματα, που προφανέστατα, μη έχοντας κάπου αλλού να τα βολέψει και μη θέλοντας να τα αποχωριστεί, τα εναπόθετε σ ένα κουτί από παιδικά παπούτσια. Ένα κουτί μάρτυρας της μικρής μας οικογενειακής ιστορίας και κάποια από αυτά τα κουμπιά μου λένε  ιστορίες από την παιδική μου ηλικία. Θυμάμαι τα ρούχα που στόλιζαν, γιατί πολλά απ αυτά είναι μικρά στολίδια.  Αγορασμένα είτε από το Χρήστο το Ρόγκα, είτε από τα μαγαζιά με είδη ραπτικής από την Κολοκοτρώνη, στο κέντρο της Αθήνας.

 Κάποια που τις άρεσαν πολύ, τα φύλαγε σε μικρά κουτάκια από κοσμήματα και έγραφε πάνω από ποιο ρούχο ήταν. Η μάνα μου είχε τη συνήθεια να μαζεύει τα κουμπιά από τα καλά ρούχα, αφού είχαν εξαντληθεί όλες οι δυνατές μεταποιήσεις και δεν φοριόντουσαν πλέον. Αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να θυμάμαι κουμπιά και ρούχα ενώ έχει περάσει μισός αιώνας. Το λέω και δεν το πιστεύω.  Σε ποιο ρούχο ήταν, πότε το φόραγε, που και με ποιους ήμασταν, σε ποια μοδίστρα το χε ράψει.  Ατελείωτο το κουτί και οι ιστορίες του.  

 Τα δύο κουμπιά στο κέντρο της φωτογραφίας ανήκαν σ ένα λινό μαντό, που είχε ένα ασορτί φόρεμα σ ένα ανοιχτό παστέλ χρώμα της μέντας. Στους ίδιους τόνους είχε ένα τριπλό κολιέ και σκουλαρίκια. Θυμάμαι τη μέρα που τα πρωτοφόρεσε. Ήμουν δεν ήμουν πέντε ετών. Είχαμε κατέβει στην παραλία για να συναντήσουμε τη θεία Κλειώ και θα γνωρίζαμε και το δεύτερο σύζυγό της.

 Η θεία Κλειώ ήταν πρώτη εξαδέλφη του πατέρα μου, που μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή έφυγε με την οικογένειά της για την Αμερική. Η θεία Κλειώ ήταν αρχοντογυναίκα. Ψηλή, ξανθιά και γαλανομάτα, ντυμένη τόσο διαφορετικά από τις Ελληνίδες της εποχής. Φορούσε πάντα άρωμα  και ήταν έντονα μακιγιαρισμένη. Μάλλον γι αυτό η μάνα μου είχε κάνει μια τέτοια προσπάθεια και το είχε τερματίσει με το κομποζέ ρούχων και κοσμημάτων. Καθίσαμε σ ένα υπαίθριο μαγαζί, που ήταν δίπλα στο ξενοδοχείο Λούσυ, είχε μεγάλους φοίνικες και πίστα για χορό. Κι η παραλία μου φαινόταν τεράστια. Για να τιμήσουμε τη θεία, φορέσαμε τα νάιλον, άσπρα-ροζ  φορεματάκια με τα πολλά φουρό που μας είχε φέρει. Η αδελφή μου σαν καλό κοριτσάκι έστεκε φρόνιμο εκεί που το έβαλαν να καθίσει, ενώ εγώ να ξύνομαι συνέχεια και να μην έχω ησυχία γιατί με γρατζουνούσε το φουστάνι και δεν το άντεχα. 

 Τα κουμπιά φυσικά μπορεί να χουν χάσει το αρχικό τους χρώμα, τα ρούχα να έχουν πεταχτεί, η γυναίκα που τα φορούσε να έχει φύγει, όμως κάθε φορά που θα τ ανακατέψω θα βρω κουμπιά από τις ποδιές μας, από παλτό και ταγιέρ κι ανάμεσά τους τα παπούτσια από την πρώτη μου κούκλα, που η μανούλα μου φρόντισε να φυλάξει, μια μεγάλη σακοράφα που καπλάντιζαν τα παπλώματα το χειμώνα, ένα φυλαχτό και πολλά άλλα μικρά πραγματάκια, όπως τα «στρογγυλά βαρίδια» που έραβε στα ρούχα η μοδίστρα της μητέρας μου, η περίφημη «Μακρίνα», που δεν έμαθα ποτέ το μικρό της όνομα. Κουμπιά μεταλλικά, ανάγλυφα, χρωματιστά, ντυμένα από το ίδιο ύφασμα του ρούχου  αγκράφες από ζώνες κι όλα διαλεγμένα με πολύ μεράκι και αγάπη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *