Κέιμενο: Αμαλία Καλαθέρη
(φωτό από το evia365)

(φωτό από το evia365)
Στο σχόλασμα σαν μια θάλασσα μπλε ξεχύνονταν κι βάφονταν οι γύρω δρόμοι από τις σκούρες μπλε ποδιές. Ποτάμι μπλε η Προαστίου και τυχερές όσες την κατέβαιναν, αφού στη μεγάλη διασταύρωση Προαστίου, Νεοφύτου, Χαϊνά και Κατσικογιάννη συναντούσαν τους μαθητές του 1ου Αρρένων, ακροβολισμένους στο μανάβικο των αδελφών Γεωργίου και στα δυο αντικριστά κρεοπωλεία.
Όλοι οι δρόμοι της, αν και πολλοί ακόμα χωμάτινοι, μοσχοβολούσαν από τους ανθούς των λεμονοπορτοκαλόδεντρων, του γιασεμιού, του αγιοκλήματος και της γαζίας, που μαζί με τη μυρωδιά της θαλάσσιας αύρας, έφταναν μέχρι και το τελευταίο σπίτι, τύλιγαν και το σχολείο που πάντα το χάιδευαν όλοι οι αέρηδες. Έντονη και η μυρωδιά των ευκαλύπτων της Δεξαμενής, ιδιαίτερα μετά τη βροχή που μαζί με τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος έφτανε μέσα στις τάξεις. Κρατούσε ακόμα η εποχή των “ανοικτών οριζόντων”. Από κάθε γειτονιά της πόλης έβλεπες το Κάστρο, τη Δίρφυ και το Χτυπά… Κι από το Θηλέων αγνάντευαν ένα γύρο όλα τα βουνά, την Πάρνηθα, τον Ευβοϊκό Όλυμπο, Ξεροβούνι, Δίρφυ, Πυξαριά, Καντήλι, τα βουνά της Αιδηψού, της Λάρυμνας, τον Χτυπά, τη Γλύφα και το τρένο που πηγαινοερχόταν στο μυθικό κόσμο της Αθήνας.
Κι οι αναμνήσεις χορεύουν διαβάζοντας το άρθρο. Ποδιά κάτασπρος γιακάς, κάλτσα μέχρι το γόνατο, κορδέλα στα μαλλιά, έλεγχος στην είσοδο από το Γυμνασιάρχη Κορώνη αν η εμφάνιση ήταν ευπρεπής, ανάκριση γιατί καθυστερήσαμε, αποχή από τις τάξεις όταν απέκτησε στατικά προβλήματα. Μπορεί να μην ήταν οι δρόμοι χωμάτινοι τον καιρό που εγώ φοιτούσα στο Θηλέων μα σίγουρα αγαπημένη μου συνήθεια να κοιτώ από το μπαλκόνι του 3ου ορόφου τη Χαλκίδα, να απολαμβάνω το χάδι του αέρα και να παίζω το αγαπημένο της εποχής παιχνίδι – Λάστιχο.