Κείμενο : Αναστασία Τσαλκιτζή
Φωτο/Βίντεο: Βιβή Σπυροπούλου-Αν. Τσαλκιτζή
Επιμέλεια ανάρτησης: Κλαίρη Μπαράκου
2η μέρα των εκδηλώσεων κι οι θεματικές της ενότητες περιγράφουν ένα ταξίδι συναισθηματικών καταστάσεων φωτίζοντας τη δραματικότητα της θέσης της γυναίκας στην παραδοσιακή κοινωνία. Εκεί οι ρόλοι της γυναίκας ξεκάθαροι – σκληροί και προκαθορισμένοι από τη στιγμή της αναγγελίας «να σου ζήσει η κόρη».
Αμίλητη, υποταγμένη επωμιζόταν τους προδιαγεγραμμένους ρόλους: Φύλακας της εστίας και της Συνέχειας, ο γάμος της πολιτική ή οικονομική συμφωνία μεταξύ των ανδρών, το βουβό αγέρωχο στήριγμα του πολέμου και του μόχθου, η υπεύθυνη της διαχείρισης του πόνου και του θανάτου.
Στη σύγχρονη εποχή της απομάγευσης η γυναίκα μπορεί να κέρδισε την ελευθερία της, την αυτονομία της , τη δύναμη της φωνής της αλλά η κοινωνία όχι μόνο δεν της επέτρεψε να ελαφρύνει τα παλιά της βάρη αλλά της πρόσθεσε νέα μετατρέποντάς την σε «αστικό πολυεργαλείο» υποχρεώνοντάς την να είναι σε «Πλήρη Φόρτιση».
Οι επιπρόσθετοι της ρόλοι: επαγγελματίας, σύγχρονη νοικοκυρά, Μάνα – manager, πρότυπο εικόνας, συνθέτουν το σύγχρονο, αόρατο κατεδάφισμα των αντοχών της, καθώς η ελευθερία που κέρδισε μετατράπηκε σε μια αέναη καταδίκη να τα προλαβαίνει όλα. Τότε την πίεζε ο σκληρός νόμος της κοινότητας, τώρα την κατατρέχει ο αμείλικτος ρυθμός του ρολογιού. Έμαθε να επιβιώνει στα σκοτάδια, όμως σήμερα, καλείται να κρατήσει την ισορροπία της πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί: να είναι ανεξάρτητη αλλά και προστάτιδα της εστίας, δυναμική αλλά και τρυφερή, επιτυχημένη αλλά και αιώνια διαθέσιμη για τους πάντες.
Η σύγχρονη γυναίκα δεν καίγεται πλέον στις πυρές της ιστορίας, αλλά πυρπολείται καθημερινά από τους ίδιους τους ρόλους της. Είναι η ίδια η φλόγα που φωτίζει και ζεσταίνει τις ζωές των άλλων, ενώ ταυτόχρονα αναλώνεται, προσπαθώντας να κρατήσει ζωντανό το φως της ανθρώπινης ύπαρξης σε έναν κόσμο που κινδυνεύει να παγώσει.

Και κάπου εδώ, καθώς η σύγχρονη «Μαίρη Παναγιωταρά» λυγίζει κάτω από το βάρος της δικής της φλόγας, ο νους αναγκαστικά επιστρέφει στην πιο σκοτεινή πλευρά της πραγματικότητάς μας. Αλήθεια, πώς φτάσαμε από το ιερό δέος απέναντι στη «Γυνή» της παράδοσης, στην τραγική υποτίμηση των ημερών μας;
Κι αν κάποιος πιστεύει πως όλα αυτά ανήκουν οριστικά στο παρελθόν, η ίδια η πραγματικότητα έρχεται να τον διαψεύσει.
Σε μια εποχή που η λέξη γυναικοκτονία έχει γίνει ένας αιματηρός, καθημερινός τίτλος ειδήσεων και η γυναικεία ύπαρξη εξακολουθεί να μειώνεται μέσα από φτηνές, καθημερινές εκφράσεις του δρόμου – από το υποτιμητικό «πήγαινε να πλύνεις κάνα πιάτο» όταν πιάνει το τιμόνι, μέχρι το χυδαίο «είναι σαν φάλαινα» για το σώμα της – συνειδητοποιούμε πως ο βράχος που της φόρτωσαν, δεν έφυγε ποτέ, απλώς άλλαξε μορφή.
Και ο αναλογισμός που μένει, βαρύς σαν το κλαρίνο της Ηπείρου, είναι ένας: Έχουν αναρωτηθεί ποτέ όλοι αυτοί που τη χτυπούν, τη μειώνουν ή τη σβήνουν, τι θα ήταν τελικά ο κόσμος χωρίς αυτήν; Ένας τόπος δίχως ρυθμό, μια θάλασσα δίχως ελπίδα, μια παγωμένη γη χωρίς ίχνος φωτιάς.

