Βοήθειααα…… φωνάζει μια συνοικία της πόλης!

Κείμενο, φωτό: Αναστασία Τσαλκιτζή
Επεξεργασία Ανάρτησης: Μπαράκου Κλεοπάτρα
 Μέρα γεμάτη ηλιαχτίδες, μέρα μοναδική που σε προσκαλεί να απολαύσεις το χάδι της κι εγώ ανταποκρινόμενη αποδέχομαι και ξεκινώ το σεργιάνι στη μοναδικότητα της πόλης που τόσο αγαπώ.
 Ντυμένη ελαφρά, υποδήματα κατάλληλα για σεργιάνι, οπλισμός το κινητό και ένα μπουκάλι χυμό βρύσης κατηφορίζω προς την καρδιά της Χαλκίδας, την παραλία. Είναι τόσο γεμάτη, τόσο θορυβώδης σε αντίθεση με τα νηφάλια ήρεμα νερά της που αναταράσσονται απ’ το άλμα του θαλάσσιου κάτοικού της. Κοντοστέκομαι  απολαμβάνοντας τον απόηχο των ομόκεντρων κύκλων του άλματός του. Μεγαλώνουν, απλώνουν και χάνονται στην ηρεμία της απεραντοσύνης της.
Συνεχίζω παρατηρώντας τους εφήμερους επισκέπτες  της  να αποθανατίζουν τις φευγαλέες στιγμές με το κινητό ανά χείρας. Περπατώ γρήγορα θέλοντας να ξεφύγω των ήχων που θυμίζουν τόσο την ιστορία του πύργου της Βαβέλ. Το συνονθύλευμα γλωσσών, μουσικής, φωνών με κουράζει τόσο! Διασχίζω το δρόμο και το σκηνικό είναι τόσο διαφορετικό! Άνθρωποι λίγοι, φωνές ελάχιστες και κοντοστέκομαι στην μικρή φροντισμένη  πλατεία. Οι προτομές τραβούν την προσοχή μου, Σκαλκώτας, Συνταγματάρχης Μαρδοχαίος Φριζής, Γρηγόριος Πλειάθος Μητροπολίτης  Χαλκίδας δύο στους τρεις μου είναι άγνωστοι. Τι κρίμα να μην γνωρίζουμε γιατί κέρδισαν μία θέση στην πλατεία αθανάτων.
 Ο προβληματισμός μου σε δεύτερη μοίρα και συνεχίζω κατευθυνόμενη προς τα  εκεί που ακόμα υπάρχουν γειτονιές, εκεί που καθισμένη αναπαυτικά στο δρόμο θα ανταλλάξεις τα νέα της καθημερινότητάς σου με το γείτονα, εκεί που τα ζεστά καλοκαιρινά βράδια θα ξεκουραστείς απολαμβάνοντας τον έναστρο ουρανό, εκεί στη μικρή όαση της σχεδόν απάνθρωπης πόλης που τόσο αγαπώ, εκεί που ανακάλυψα με την προτροπή του δασκάλου μου πως τα εγκαταλελειμμένα κτίρια μετατρέπονται σε σκηνικά που μιλούν.
 
 Αυλές μονοκατοικιών, ερείπια σπιτιών, σοκάκια με νότες γιασεμιού κι αγιοκλήματος, αναπαλαιωμένα κτίρια…… η  συνοικία ενός ρομαντισμού που αργοπεθαίνει, στο πέρασμα του αέναου χρόνου εξακολουθεί να ανασαίνει. Μα η ανάσα της είναι τόσο βαριά, τόσο μελαγχολική. Μέρα τη μέρα εξαφανίζεται η μοναδικότητα της ομορφιάς της.
 Εδώ που η μυρωδιά του παλαιού συνυπάρχει με το άρωμα του αναπαλαιωμένου, εδώ που τα απομεινάρια της παρελθούσης ιστορίας δένουν με την ελπίδα, εδώ που το άρωμα εσπεριδοειδών ανακατεύεται με το άρωμα της αλμύρας, εδώ που ο θαλασσινός αγέρας μπορεί να χαϊδεύει ακόμα το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, εδώ που το παρελθόν συναντά το σήμερα γράφοντας νέα κεφάλαια στην ιστορία της, εδώ…………….. σεργιανίζω απολαμβάνοντας τις σιωπηλές ιστορίες των σφαλισμένων με αλυσίδες  πορτών μα και τις ιστορίες εκείνων που εξακολουθούν να τρίζουν καλωσορίζοντας τον οικοδεσπότη, τον επισκέπτη.   
 Γέμισε η ψυχή, ζεστάθηκε η καρδιά στη μοναδικότητα του μοναχικού μου περιπάτου. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *