από την Αμαλία Καλαθέρη
“Τον Ιανουάριο του 1971 γιορτάζαμε τα 150 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Για λόγους που δεν κατανόησα ως παιδί και αδυνατώ και ως μεσήλιξ να κατανοήσω, είναι ότι παρελάσαμε στις 17.01.1971 για τα 150 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης ενώ μας χώριζαν από την 25η Μαρτίου μόνον δυο μήνες. Τρεις παρελάσεις σ ένα χρόνο, δεν το λες και λίγο. Το παράδοξο εκείνης της παρέλασης ήταν ότι έπρεπε υποχρεωτικά να παρελάσουν όλα τα παιδιά ντυμένα με κάποια παραδοσιακή στολή. Και καλά όλοι αυτοί που ήταν τυχεροί, όπως εγώ και στο σπίτι υπήρχε μια τέτοια στολή. Οι υπόλοιποι έπρεπε να νοικιάσουν ή να δανειστούν και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που δεν κατάφεραν ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
Το σημαντικό για μένα σ αυτή τη φωτογραφία από το μακρινό 1971 είναι, ότι φορώ τη νυφική φορεσιά της γιαγιάς μου από την πλευρά της μητέρας μου, Μηλίτσας (Μαγδαληνής) Σγούτα Σουλιωτάκη, που έλκει την καταγωγή της από τα Χάλια, κοινώς Δροσιά, αλλά έτσι τα λέγαμε στο σπίτι μας, έτσι τ άκουγα από τη γιαγιά μου. Η γιαγιά μου ήταν μια όμορφη, ψηλή και λεπτή γυναίκα με γαλανά μάτια και καστανοκόκκινα μαλλιά, πλεγμένα πάντα σε κοτσίδες και στερεωμένα γύρω από το κεφάλι της. Αυτή τη νυφική φορεσιά, της την έφτιαξαν το 1925 στα Μέγαρα. Η στολή βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση ακόμα και σήμερα εκατό χρόνια μετά. Τα Μέγαρα ήταν φημισμένα για την κατασκευή παραδοσιακών ενδυμασιών, τις οποίες έχει ζωγραφίσει ο Γιάννης Τσαρούχης. Είχαν μακραίωνη παράδοση από αρχαιοτάτων χρόνων, οι Μεγαρείς ήταν γνωστοί και ως εξωμιδοποιοί.
Στη φωτογραφία είμαι 11 ετών και η φορεσιά, μου ήταν τεράστια και πολύ βαριά. Δεν είναι μόνον τα κομμάτια που ήταν πολλά, ήταν κι αυτό το μάλλινο σεγκούνι (γιλέκο), που ήταν ασήκωτο, ολόμαλλος κετσές. Η ποδιά και το πουκάμισο είναι βελούδινα και έχουν βαθύ κόκκινο χρώμα. Θυμάμαι ότι με κόπο έφτασα από το σπίτι στο σχολείο και μετά στο Κόκκινο Σπίτι και ξανά στο σπίτι.
Βλέποντας τη φωτογραφία έχω μια απορία. Αυτά τα έρημα τ’ αγόρια, ντυμένα τσολιάδες και φορώντας τσαρούχια, πως έκαναν όλο αυτό το δρόμο, σπίτι, σχολείο, Κρηπίδωμα, Παραλία και πίσω στο σπίτι;
Η γιαγιά μου είχε πεθάνει τέσσερα χρόνια πριν και δεν με είδε να παρελαύνω με τη στολή της. Όμως στο Κρηπίδωμα με περίμενε ο παππούς μου ο Χρήστος Σγούτας για να με βγάλει φωτογραφία. Και ο Πατακός στους επισήμους. ”