Κείμενο: Αναστασία Τσαλκιτζή
Επιμέλεια ανάρτησης: Κλαίρη Μπαράκου
Εξήντα χρόνια πολίτης μιας χώρας ,ίσως από τις ιστορικότερες των χωρών παγκοσμίως. Μίας χώρας που κλυδωνίστηκε, βούλιαξε και προσπαθεί ακόμα και σήμερα να υψώσει το ανάστημά της. Πολίτης της χώρας αυτής που συμβουλεύει τα παιδιά της, στην προσπάθεια αναζήτησης καλύτερης τύχης, να φύγουν μακριά.
Δώδεκα ολόκληρα χρόνια συμμετείχα στους εορτασμούς των εκδηλώσεων των εθνικών επετείων ως μαθήτρια και τριάντα δύο χρόνια ως εκπαιδευτικός, κι όμως αυτά τα σαράντα τέσσερα χρόνια δεν αισθάνθηκα την περηφάνια, δεν αισθάνθηκα το βάρος της ιστορικής μνήμης.
Σήμερα όμως που οι παρελάσεις απαγορεύτηκαν λόγω επικίνδυνων καιρικών φαινομένων και μαζί με αυτές έμοιαζε να χάνεται η διάθεση επίδειξης των καλών μας ρούχων, των περίτεχνων χτενισμάτων, των συνηθισμένων πανηγυρικών λόγων με έμφαση στα γεγονότα του 1940, του συναγωνισμού των σχολείων για την καλύτερη ενδυμασία – τον καλύτερο βηματισμό – τον καλύτερο ρυθμό τυμπάνων, δίχως αυτά βίωσα, για πρώτη ίσως φορά, τη στιγμή «αποτίω φόρο τιμής σε εκείνους που θυσιάστηκαν για να επιβιώσει η Ελλάδα».
Λιγοστές οι παρουσίες ανθρώπων στην εκκλησία, τον ιερό τόπο που μνημονεύονται οι ψυχές των πεσόντων στρατιωτών του 1940, που ο πανηγυρικός λόγος, που εκφωνήθηκε από την εκπαιδευτικό κα Χριστίνα Κανατά, εξιστόρησε τα δύσκολα χρόνια του 1940 μέσα από τη λογοτεχνική ματιά του Γιάννη Μπεράτη
«Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια γωνιά της γης που τη λέγανε Ελλάδα, οι άνθρωποι ζούσαν με τις καθημερινές τους φροντίδες. Στις πόλεις οι νέοι ονειρεύονταν το μέλλον, στα σχολεία τα παιδιά έπαιζαν ξέγνοιαστα στις αυλές, και στα χωριά οι αγρότες δούλευαν τη γη. Όμως, το φθινόπωρο του 1940, ένα μαύρο σύννεφο σηκώθηκε από τη Δύση. Ήταν οι σκιές του φασισμού και του ναζισμού που σάρωναν την Ευρώπη, ζητώντας από την Ελλάδα να παραδώσει την γη και την υπερηφάνειά της.
Ο πόλεμος χτύπησε την πόρτα. Και τότε, παιδιά μου, ο κόσμος άλλαξε μέσα σε μια νύχτα. Όλα τα ήσυχα και τα γνώριμα χάθηκαν. Οι άντρες αποχαιρέτησαν τις οικογένειές τους και έφυγαν για τα χιονισμένα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας. Οι γυναίκες έμειναν πίσω με την αγωνία στα μάτια, μα με την καρδιά ατσάλι. Κι εκεί, μέσα στη φουρτούνα του μετώπου, γεννήθηκε η ιστορία μας — όχι με μυθικούς ήρωες, αλλά με απλούς, καθημερινούς ανθρώπους»
και η κατανυκτική γεμάτη συναίσθημα ατμόσφαιρα , γέμισε περηφάνια.
Μια περηφάνια που γιγαντώθηκε με την εκφώνηση του Εθνικού Ύμνου και την κατάθεση στεφάνου στο ηρώο πεσόντων του Αφρατίου.
Η απουσία της πολυτέλειας, της προσπάθειας αποτύπωσης της στιγμής με το μάτι του φακού, της έλλειψης χειροκροτήματος δείχνει τελικά πως η μνήμη χρειάζεται μόνο μία ανοιχτή, συνειδητή καρδιά.
Χρόνια πολλά Ελλάδα!
